Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Ένας νέος κάποτε


Ήταν κάποτε ένας νέος που'χε μακρυά μαλλιά,
έλαμπε πάντα σαν θέρος και μιλούσε στα παιδιά

και τους έλεγε πως πρέπει τον πλησίον ν'αγαπούν,

κι άμα προκληθούν με βία, με σιωπή να απαντούν.
Αδερφό να μην ζηλέψουν, μην λατρέψουν τα αγαθά,
κι απ'τον διπλανό μην κλέψουν όσα σπίτι του κρατά,

να'ναι πάντοτε αθώα, στην ψυχή πάντα παιδιά,
γιατί το άδικο το δίκιο δε νικά.

Μα ήρθαν τότε κάποιοι ανθρώποι που τον άνθρωπο μισούν

και αυτόν που αγορεύει θέλαν να ξεφορτωθούν,

κι αφού φρόντισαν με δόλο ύπουλα να προδοθεί,

σε μια δίκη τον επήγαν που από πριν είχε κριθεί.
Τον χλευάσαν και τον δείραν πριν ακόμα δικαστεί

και σε σταύρωση τον σύραν όπως κάνουν σε ληστή,
μα εκείνος τους κοιτάζει πάνω από τον σταυρό
και τους λέει δεν πειράζει, για όλα εγώ σας συγχωρώ.


Τώρα η μάνα του κοιτάει τον υιό της να πονά,

κι η καρδιά της σπαρταράει όταν εκείνος ξεψυχά

και ρωτάει όσους είδαν, όσους ήτανε εκεί,

σε τι έφταιξε ο γιος της κι έπρεπε να σκοτωθεί.

Κι απ'το πλήθος κάποιος γέρος της φωνάζει δυνατά,
πως η γη δεν είναι μέρος για αγάπη, κι όλα αυτά,
θα στοιχειώνουν τους ανθρώπους, για αιώνες θα πονούν,

το κακό που έχουν κάνει δεν ξεχνούν.


Έτσι χάθηκε ο νέος, πέθανε σ'έναν σταυρό,
κι από τότε στα όνειρά μου ψάχνω μήπως και τον βρω,
θα'θελα να μ'απαντήσει πού για χρόνια έχει χαθεί,
κι όσα είχε αγαπήσει τώρα έχουν γκρεμιστεί.
Είχε πει πως θα γυρίσει να διορθώσει τ άδικα,

μα θαρρώ πως έχει αργήσει, αυτά γίναν πιό πολλά,

κι οι ανθρώποι δεν γυρίζουν πρόσωπο στον ουρανό,

την ζωή τους την ορίζουν με μπαρούτι και καπνό.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Κράτα με


1.Φοβάμαι όσα θα'ρθούνε
δακρύζω για όσα χάθηκαν,
2.μαζί θα μοιραστούμε
το μέλλον, το παρόν.
1.Όσα θα ονειρευτούμε
πριν να γραφτούν ξεγράφτηκαν,
2.πια μην φοβάσαι θα'μαι εδώ
σαν φλόγα στο σκοτάδι

1-2.Κράτα με και στη νύχτα γίνε χρώμα
ζεστή πνοή στην παγωνιά
κράτα με, μην μ'αφήνεις, όχι ακόμα
να περάσει η βραδιά.

2.Φοβάμαι τα κρυμμένα
εκείνα που δεν έμαθα,
1.θα μάθω εγώ για σένα
όλα τα μυστικά.
2.Με πνίγουν ένα ένα
όσα απ'τον κόσμο έπαθα
1.Πιά μην φοβάσαι θα'μαι εδώ
ασπίδα σου και χάδι.

1-2.Κράτα με και στη νύχτα γίνε χρώμα
ζεστή πνοή στην παγωνιά
κράτα με, μην μ'αφήνεις, όχι ακόμα
να περάσει η βραδιά,
κράτα με παντοτινά

Θα'μαι πάντα εδώ


Αν νιώσεις κάποια φορά
τα λόγια φθηνά κι οι λέξεις πονούν,

κι αν νιώσεις κάποια βραδιά
την ανάσα βαριά κι οι νότες μπορούν,
τον ήχο να κάνουν φως
κι ας είναι άγριος καιρός,
ψάξε τριγύρω να δεις
πως κάπου εκεί θα με βρεις.

Αν νιώσεις κάποια στιγμή
τον κόσμο κελί, πικρή φυλακή,

κι αν η ζωή σου πικρή
θλιμμένη, θολή, γεμάτη σιωπή,
αν ψάχνεις παρηγοριά

κι αν όλα πάνε στραβά,
κοίτα τριγύρω να δεις
πως κάπου εκεί θα με βρεις.

Θα'μαι πάντα εδώ
για σένανε να τραγουδώ.

Αν κάποια μέρα δεις πως
ο κόσμος κακός άγνοια σε κερνάει,

κι όπως τη νύχτα ο τυφλός

δεν βλέπεις το φως κι η μέρα περνάει,

κι αν θες να νιώσεις ξανά

αγάπη και ζεστασιά,

ψάξε τριγύρω να δεις

πως κάπου εκεί θα με βρεις.


Θα'μαι πάντα εδώ
για σένανε να τραγουδώ.

Τραγούδησε μαζί μου




Τραγούδησε μαζί μου μικρή
με νότες να γυρίσουμε τον κόσμο,
να βρούμε μία χώρα παλιά
που έχει από χρόνια ξεχαστεί.
Κι αν κάποιος απ'τους δύο μας χαθεί
τα ψίχουλα που αφήσαμε στον δρόμο,
θα γίνουν ένα μαγικό χαλί
που θα μας πάει μακρυά.

Εκεί που η νύχτα όταν βγαίνει
σαν το πρωϊ φεγγοβολά
και κάθε μέρα μας φέρνει
τα πιό γλυκά χαμόγελα.

Τραγούδησε μαζί μου μικρέ
με την φωνή σου σύννεφα να αγγίξεις,
να γίνουν διαμαντένια βροχή
στον δρόμο να'χουμε δροσιά.
Κι αν χάσουμε ποτέ την διαδρομή
έναν δράκο μην διστάσεις να ξυπνήσεις,
στη ράχη του ν'ανέβουμε μαζί
κι να μας πάει μακρυά.

Εκεί που η νύχτα όταν βγαίνει
σαν το πρωϊ φεγγοβολά
και κάθε μέρα μας φέρνει
τα πιό γλυκά χαμόγελα.

Τραγούδησε μαζί μου κι εσύ
παρέα μας αν θέλεις να βαδίσεις
σε κάποια κοραλένια αμμουδιά
με των μικρών την συντροφιά.
Κι αν δεν μπορείς να νιώσεις σαν παιδί
τα μάτια μια στιγμή φτάνει να κλείσεις
και στ'όνειρο τα χέρια είναι φτερά
που θα σε πάνε μακρυά.

Εκεί που η νύχτα όταν βγαίνει
σαν το πρωϊ φεγγοβολά
και κάθε μέρα μας φέρνει
τα πιό γλυκά χαμόγελα.
Εκεί που η μόνη αλήθεια
είναι το γέλιο των παιδιών,
κι είναι η χαρά μόνη συνήθεια
στην χώρα των παραμυθιών.

Ονειρικός κόσμος


Κάθε βράδυ καθώς
έχει πέσει το φως
ονειρεύομαι κόσμο καινούργιο,

όπου οι άνθρωποι απλοί
αγαθοί, συνετοί
έχουν πάντοτε άνεμο ούριο.


Οι λαοί δεν πολεμούν
αγαπούν, δε μισούν
πάνω απ'όλα ζητούν ησυχία


και κανένας τρελός

δεν υπάρχει ευτυχώς

μαύρο πρόβατο στην ιστορία.

Τα πουλιά τραγουδούν

κελαϊδώντας υμνούν

την αιώνια του κόσμου γαλήνη,


τα παιδιά όλο γελούν

δυστυχία δεν θα δουν

την ψυχή τους κανείς δε μολύνει.

Δεν υπάρχουν φτωχοί
αδύναμοι ή δυνατοί

μήτε άρχοντεςμήτε ικέτες

και στον κόσμο μου αυτό

δεν ορίζω αρχηγό

οι σοφοί δεν χρειάζονται ηγέτες.


Μα έρχεται το πρωϊ

η καινούργια αυγή

και ξυπνώ μες τον κόσμο που ξέρω,

βλέπω πάλι την γη
μιά πελώρια πληγή
κάποια μέρα θα τα καταφέρω.


Κι απ'τον κόσμο μου θα
πάρω όλα τα καλά
και σε τούτο τον κόσμο θα φέρω,


αγάπη και ζεστασιά

γέλιο για τα παιδιά

στους ανθρώπους για να τα προσφέρω.


Και κοιτώντας ξανά

όλα της γης τα στραβά

ζητάω το όνειρο πάλι,


με τα μάτια κλειστά

παραδίνομαι γοργά

στου Μορφέα την όμορφη ζάλη.

Να ήμουν Θεός


Κάθε μέρα σαν και τούτη
σκέφτομαι πως θα'θελα να ήμουν Θεός,
να'χα δύναμη και πλούτη
κι όσα δεν μ'αρέσουνε να έφτιαχνα αλλιώς.
Να έβαζα τον ήλιο να'ρθει
για μια μέρα μόνο από τον Βορρά,
κι όσα εγω νομίζω λάθη
θα τα έσβηνα όλα με μια πινελιά.

Θα έκανα πουλιά να τρέχουν
και στα ψάρια θα έδινα φτερά να πετούν,
θα έφτιαχνα πόδια για να έχουν
τα φυτά κι εκείνα πλέον να περπατούν.
Θα άλλαζα και τους πλανήτες
θα τους έβαζα να είναι όλοι κοντά,
με τα αστέρια, τους κομήτες
και το σύμπαν θα κανα μικρή γειτονιά.

Θ'άλλαζα και τους ανθρώπους
και θα φρόντιζα πιό συχνά να γελούν,
σκέφτηκα ήδη χίλιους τρόπους
να τους μάθω απ'την αρχή πώς να τραγουδούν.
Και θα με δοξάζαν όλοι
με τραγούδια ροκ και με κιθάρας πενιά
κάθε σπίτι κάθε πόλη
θα'χε αγάλματα δικά μου να προσκυνά.

Κάνω συνεχώς νέες σκέψεις
για όλα αυτά που θέλω αλλιώς να τα δω,
εφευρίσκω νέες λέξεις
για να αλλάξω εκείνες που δεν κατανοώ.
Κάτι μέρες σαν και τούτη
σκέφτομαι πως θα'θελα να ήμουν Θεός,
μα τη δύναμη, τα πλούτη
δεν τα έχω εγώ, για τον κόσμο ευτυχώς.

Άτιμε χρόνε




Κάποτε θυμάμαι
στα πέρατα ταξίδευα μόνο με το μυαλό μου
και μιά καρέκλα του σπιτιού γινόταν τ'άλογό μου
κάμπους και βουνά περνούσα.

Κάποτε θυμάμαι
δράκους φανταζόμουνα γενναία πως πολεμούσα
και μ'ένα ξύλινο σπαθί μονάχος τους νικούσα
την πριγκίπισσα φιλούσα.

Άτιμε χρόνε που περνάς
κι όλα τα όμορφα σκορπάς,
αδιάφορα όλο με κοιτάς
να μεγαλώνω,
στείλε με πίσω μιά στιγμή
ξανά να παίξω στην αυλή
να νιώσω πάλι σαν παιδί
για λίγο μόνο.

Κάποτε θυμάμαι
τα βράδια πριν να κοιμηθώ που σκάρωνα ιστορίες
πως ήμουν διαστημάνθρωπος και έφτιαχνα αποικίες
σε κάθε άγνωστο πλανήτη.

Κάποτε θυμάμαι
μ'ένα μικρό ποδήλατο τον κόσμο εξερευνούσα,
έκανα πως μαστόρευα, στο τέλος το χαλούσα
και πεζός γυρνούσα σπίτι.